Sunday, January 11, 2026

Η Μ. Καρυστιανού και η αγορά παρρησίας

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 10-11/1/2026

Πνύκα. Ποιος θέλει να ανέβει στο βήμα της; 


Η λέξη παρρησία, παρ’ ότι ο Φουκό έκανε φιλότιμη προσπάθεια να αποκαταστήσει τη βαρύτητα και τις μεταλλάξεις της στο πέρασμα των αιώνων, υπήρξε συστατικό στοιχείο της αθηναϊκής δημοκρατίας, θεωρητικά του αρτιότερου συστήματος αμεσοδημοκρατικής διακυβέρνησης, έστω κι αν αυτή αφορούσε τη δουλοκτητική ελίτ. Παν + ρήσις. Τα λέω όλα, μιλάω για τα πάντα, έχω γνώμη για όλα, λέω τη γνώμη μου ανοιχτά και με θάρρος. Η παρρησία ήταν απαιτητό στοιχείο ήθους για τους πολίτες της Αθήνας, οι περισσότεροι από τους οποίους όλο και από κάποιο θεσμικό όργανο της δημοκρατίας θα πέρναγαν υποχρεωτικά -η πολιτική λούφα απαγορευόταν ή αποδοκιμαζόταν-, είτε ήταν βοσκοί, αλλαντοπώλες, μανάβηδες, είτε φιλόσοφοι, έμποροι, πλοιοκτήτες. 

Εντάξει, ο Θουκυδίδης το έχει λίγο αποδομήσει όλο αυτό -«λόγω μεν δημοκρατία, έργω δε ενός ανδρός αρχή»-, αλλά τυπικά στην αγορά του κλεινού άστεως, από Μαραθώνα ώς Ελευσίνα, κι από Αλιμο ώς Πάρνηθα, ο καθένας μπορούσε να γίνει πολιτικός. 

Είκοσι πέντε αιώνες μετά φαίνεται ότι η αγορά παρρησίας δεν χωράει στον κορσέ της αγοράς κομμάτων. Εχει δικαίωμα η Μ. Καρυστιανού να λέει τη γνώμη της για όλα; Δικαιούται να ξεφύγει από τον ρόλο της θυμωμένης μάνας; Μπορεί να σκέφτεται πολιτικά; Μπορεί να είναι πολιτικός; Δικαιούται να ιδρύσει κόμμα, ή έπρεπε να περιοριστεί στον ρόλο της τιμητικής υποψηφιότητας που ευχαρίστως θα της πρόσφεραν όλα τα κόμματα δεξιότερα και αριστερότερα της Ν.Δ.; Και σε τι διαφέρει η φιλοδοξία της Καρυστιανού από αυτήν του Βελόπουλου, του Νατσιού, της Ζωής, του Καρατζαφέρη, του Θεοδωράκη, του Σαμαρά, του Φάμελλου, του Χαρίτση, του Τσίπρα, του Μητσοτάκη, του Κουτσούμπα, αλλά και των ηγετίσκων του εξωκοινοβούλιου που έκαστος υπερασπίζεται το μικρομάγαζό του, λες και η κομματική αγορά απαιτεί ειδικές επαγγελματικές δεξιότητες ή κληρονομικό χάρισμα; 

Δεν λέω, και μένα μου ’πεσε βαρύ, ασαφές και υπερ-δεξιό το μανιφέστο Καρυστιανού, αλλά μήπως οι αφ’ υψηλού επικριτές της πρέπει να στοχαστούν πόσο δεξιότερα έχουν φέρει οι ίδιοι όλο το πολικό φάσμα, συμπολιτευόμενοι ή αντιπολιτευόμενοι; 


Saturday, January 3, 2026

Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 3-4/1/2026


Η Jean Seberg πωλήτρια της Herald Tribune στους δρόμους του Παρισιού, φορώντας το αντίστοιχο διαφημιστικό T-shirt. 1960, "Με κομμένη την ανάσα" του Γκοντάρ, με τον Μπελμοντό στα καλύτερά του. Τη δεκαετία του 1960 το να πουλάς εφημερίδα στους δρόμους ήταν τρέντι ακόμη και για μια καθωσπρέπει αμερικανική εφημερίδα...


Η γλώσσα είναι ζωντανός οργανισμός. Ή, για την ακρίβεια, οι άνθρωποι είναι ζωντανά πλάσματα, διαρκώς εξελισσόμενα μαζί με τα κατεξοχήν δημιουργήματά τους, τις λέξεις, τις φράσεις, τις γλώσσες, τις διαλέκτους, δηλαδή την υλική υπόσταση της σκέψης τους. Οι γηραιότεροι λοιδωρούμε και υποτιμούμε με ευκολία τις νεότερες γενιές, τη γενιά των σόσιαλ μίντια, του ίνστα και του τικτόκ, των σλανγκ της ψηφιακής επικοινωνίας, των μηνυμάτων που γράφονται στο πληκτρολόγιο των κινητών με ταχύτητα ήχου, αδιάφορα για την ορθογραφία και τη διδασκόμενη σύνταξη, γεμάτα αυθαίρετα περικεκομμένες λέξεις κι άλλες συντεθειμένες από άλλες, ασαφούς ετυμολογίας, αλλά ικανές να αποδώσουν ένα αντικείμενο, μια τάση, μια κοινωνική συμπεριφορά που μέχρι πρότινος δεν υπήρχε. 

Κανένας γλωσσαμυντορισμός, καμιά «αστυνομία έκφρασης» δεν μπορεί να αποτρέψει την αντιφατική επίδραση εκατομμυρίων χρηστών κάθε γλώσσας, την αέναη «δημιουργική καταστροφή» με την οποία οι άνθρωποι κάθε επιπέδου εκπαίδευσης, από τους πλήρως αναλφάβητους μέχρι τους κατόχους πανεπιστημιακής έδρας, σπάνε τους κανόνες, αχρηστεύουν παλιές λέξεις και φράσεις και δημιουργούν νέες, ακατάληπτες μέχρι να επικρατήσουν. Το λάθος –αυτό που σήμερα θεωρούμε λάθος– είναι ο πρόγονος του σωστού. 

Η διεργασία της γλωσσικής «δημιουργικής καταστροφής» δεν έχει μια φορά στην κλίμακα του χρόνου, από το παρελθόν προς το μέλλον, για να δημιουργήσει μια νέα εικόνα, να δώσει ένα νέο νόημα. Μπορεί να λειτουργήσει και αντίστροφα. Η εποχή της ψηφιοποίησης παντός επιστητού επιτρέπει στους νέους ανθρώπους να βουτούν στις αποθήκες της αναλογικής εποχής, να δώσουν νέα ζωή σε φράσεις, ατάκες, κλισέ που σήμερα είναι ρετρό. Κάτι τέτοιο συνέβη με την ατάκα «Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» που έλεγε ο Γιάννης Μπέζος σε ένα επεισόδιο της προ 25ετίας σειράς «Ακρως οικογενειακόν». Γεμάτος απορία για την ευρεία χρήση τα τελευταία τρία χρόνια, ως σαρκαστικό σχόλιο σε εκτιμήσεις, «ειδήσεις», απόψεις ανυπόστατες, υπερβολικές, ψευδείς ή εντελώς παρωχημένες, αναζήτησα την προέλευση και τη σημασία της. 

Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είχε να μου προτείνει τίποτα, αλλά βρήκα αρκετές αναρτήσεις με την άχρηστη πληροφορία της μέρας, της βδομάδας, του μήνα, που εξηγούσαν ότι την προ εικοσιπενταετίας ατάκα ο πάτερ φαμίλιας Μπέζος την είπε σε ένα επεισόδιο της σειράς για να σχολιάσει τον τίτλο εφημερίδας που ξεφύλλιζε: «Ο Παναθηναϊκός πάει φέτος για πρωτάθλημα»! Ο «γαύρος» ξύπνησε μέσα του και τρόλαρε την ενοχλητική πρόβλεψη με το ερώτημα «Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» Επειτα, η ατάκα έγινε meme για κάθε χρήση, έγινε σχόλιο αρχηγού κόμματος – του γραμματέα του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα που τρολάριζε τους ισχυρισμούς περί πρωτιάς της ΔΑΠ στις τελευταίες φοιτητικές εκλογές, έγινε κλιπάκι του Luben, μπήκε σε τίτλους ειδήσεων σε ενημερωτικές ιστοσελίδες («Γερμανία: Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» ήταν ο τίτλος ανάρτησης στο rosa.gr που σχολίαζε πόσο πολύ θυμίζουν Μεσοπόλεμο και περίοδο ανόδου των ναζί οι οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις στην πρώην «ατμομηχανή» της Ε.Ε.). 

Το μόνο που δεν έχω εντοπίσει ακόμη είναι αν υπήρξε εφημερίδα που τόλμησε να χρησιμοποιήσει σε τίτλο τη σχεδόν retro ατάκα. Αλλά για ποια εφημερίδα θα μπορούσε να αναρωτηθεί μια εφημερίδα «Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;». Ολες οι εφημερίδες, οι έντυπες, οι χάρτινες, οι ασπρόμαυρες, οι έγχρωμες, οι μεγάλου σχήματος, οι ταμπλόιντ, οι πολιτικές, οι οικονομικές, οι αθλητικές, οι λάιφ στάιλ, οι καθημερινές, οι εβδομαδιαίες, οι παραταξιακές, οι κομματικές, έχουν το ίδιο υπαρξιακό πρόβλημα: οι νέοι άνθρωποι που τρολάρουν την πολιτική και λοιπή επικαιρότητα και αμφισβητούν την «αλήθεια» πομπωδών κυβερνητικών διακηρύξεων, ξύλινων κομματικών δεσμεύσεων, εξωραϊσμένων οικονομικών επιδόσεων με την ατάκα «Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» στην πλειονότητά τους δεν έχουν πιάσει εδώ και χρόνια, ίσως και ποτέ μέχρι σήμερα στη ζωή τους, μια κανονική, χάρτινη εφημερίδα. Κάποιοι μπορεί να μη γνωρίζουν καν ότι εξακοκολουθούν να κυκλοφορούν εφημερίδες, να μην έχουν προσέξει κάποιο από τα όλο και λιγότερα σημεία πώλησης εφημερίδων που έχουν μείνει στην Αθήνα και τις μεγάλες πόλεις και τα ελάχιστα που υπάρχουν στην υπόλοιπη επικράτεια. Ακόμα και οι καλύτερα εκπαιδευμένοι γόνοι σχετικά μορφωμένων και πολιτικά μυημένων οικογενειών θα βλέπουν ως εξωγήινα πλάσματα τους ώριμους ή μεσήλικες γονείς τους τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα να διανύουν αρκετά χιλιόμετρα με το αυτοκίνητο ή να περπατούν τουλάχιστον είκοσι λεπτά για να αγοράσουν την «εφημερίδα τους», όταν η ενημέρωση, μια τεράστια αγορά πληροφόρησης, παραπληροφόρησης, αντιπληροφόρησης, αποπληροφόρησης, είναι διαθέσιμη με μερικά κλικ στο κινητό, στο τάμπλετ, στο λάπτοπ, στο PC τους, στην «έξυπνη» τηλεόρασή τους. 

Κατά κάποιο τρόπο, η διατυπωμένη σε ανυποψίαστο χρόνο ατάκα του Γ. Μπέζου εξελίσσεται σε μια θλιβερή κυριολεξία για τον έγχαρτο Τύπο γενικώς, που για την τεράστια πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας –και όχι μόνο της ψηφιακής «πρωτοπορίας» της– έχει γίνει παρελθόν, retro συνήθεια, vintage αντικείμενο χωρίς την παραμικρή αντίσταση από τους βασικούς συντελεστές του: ιδιοκτήτες, επενδυτές, χρηματοδότες, δημοσιογράφους, τεχνικούς, διοικητικούς, διαφημιστές, διαφημιζόμενους. Ισως διόλου τυχαία η πιο πρόσφατη πρωτοβουλία-φιλοδοξία της αρμόδιας Ενωσης Ιδιοκτητών είναι η δημιουργία ενός «μουσείου ελληνικού Τύπου». Φαίνεται πως είναι μοιρολατρικά συμφιλιωμένη με την ιδέα ότι πολύ σύντομα το Μουσείο θα είναι ο μόνος χώρος όπου θα βρίσκει θέση η χάρτινη εφημερίδα, έπειτα από ιστορία τεσσάρων αιώνων στη μετά Γουτεμβέργιο εποχή. «Από πότε είναι αυτή, αλλά και κάθε εφημερίδα;» Από τις αρχές του 17ου αιώνα και μετά, όταν η εφημερίδα αποτελούσε ακόμη την κατά Μαρξ «πρωινή προσευχή του αστού» στις εμπορευματικές αυτοκρατορίες και στις βιομηχανικές δυνάμεις της Ευρώπης. Στις τυπωμένες σελίδες κάθε εφημερίδας συμπυκνωνόταν η οργανωμένη πρόταση του εκδότη –και της κοινωνικής ή πολιτικής ομάδας του– για το τι συμβαίνει στον κόσμο κάθε μέρα, στον μικρόκοσμο των εμπόρων ή στον μεγά-κοσμο των αποικιών σε όλες τις ηπείρους. 

Η υποχώρηση της έντυπης συγκροτημένης και επιλεγμένης πληροφόρησης –γιατί δεν είναι «είδηση» κάθε τι που συμβαίνει στον κόσμο– έναντι της ψηφιακής ενημερωτικής πλημμυρίδας από εκατομμύρια πηγές, χωρίς ιεράρχηση, χωρίς προτεραιότητες, χωρίς πλαισίωση, χωρίς ανάλυση και σύνθεση, είναι βεβαίως παγκόσμιο φαινόμενο και αργόσυρτα εξελισσόμενο εδώ και δυο δεκαετίες. Ωστόσο, πουθενά στον αναπτυγμένο ή αναπτυσσόμενο καπιταλιστικό κόσμο δεν έχει πάρει τις διαστάσεις που έχει πάρει στην Ελλάδα. Λες και είναι η ψηφιακή πρωτοπορία του πλανήτη, με μηδενικό ψηφιακό αναλφαβητισμό, μια Νεφελοκοκκυγία του παγκόσμιου icloud, η χώρα όπου ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα βιάζεται να στείλει το χαρτί στο μουσείο, να εξαφανίσει το δίκτυο διανομής και πώλησης, να κάνει την εφημερίδα προϊστορία της ενημέρωσης, να αφήσει τη γενιά των memes ναυαγό σε έναν ωκεανό αποπληροφόρησης και σύγχυσης. 

Ζητούνται εθελοντές να διαψεύσουν τη «μοίρα» του τέλους της εφημερίδας. Οχι από προσκόλληση στην αναλογική προϊστορία, αλλά από διορατικότητα για τον ρόλο του Τύπου στη διαμόρφωση τάσεων και καταστάσεων. Από πότε σταμάτησε αυτός ο ρόλος;


Ο Κέιν και η ενημερωτική αυτοκρατορία του χαρτιού... 

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Κέιν: Κύριε Κάρτερ, ορίστε ένας τρίστηλος τίτλος στην εφημερίδα Chronicle. Γιατί δεν έχει τρίστηλο τίτλο η εφημερίδα Inquirer;

Χέρμπερτ Κάρτερ: Η είδηση ​​δεν ήταν αρκετά μεγάλη.

Κέιν: Κύριε Κάρτερ, αν ο τίτλος είναι αρκετά μεγάλος, τότε κάνει και την είδηση ​​αρκετά μεγάλη.

Κύριος Μπερνστάιν: Σωστά, κύριε Κέιν.

Ορσον Γουέλς, «Πολίτης Κέιν» (1941)







Saturday, December 27, 2025

Ο κανόνας της χριστουγεννιάτικης αφθονίας

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 27-28/12/2025

Στη «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» του Ντίκενς, ο δεύτερος αγαπημένος θείος Κάρολος του 19ου αιώνα, που ουδέποτε συναντήθηκε με τον πρώτο αγαπημένο θείο Κάρολο (τον Μαρξ), αν και συνυπήρξαν στο Λονδίνο της βικτοριανής εποχής, περιγράφει το φάντασμα των Χριστουγέννων του παρόντος ως σύμβολο ευφορίας και αφθονίας: «Η σάλα είχε μεταμορφωθεί! Από το πάτωμα ώς το ταβάνι ήταν στολισμένη με κισσό, λιόπρινο και ιξό. Στο τζάκι έκαιγε μια ζωηρή φωτιά και στη γωνιά υψωνόταν ένας τεράστιος σωρός από φαγητά -γαλοπούλες, χήνες, πατάτες, μήλα, καρύδια- ενώ πάνω στην κορυφή καθόταν χαμογελαστός ένας γίγαντας μ᾿ έναν δαυλό αναμμένο στο αριστερό του χέρι. "Είμαι το Πνεύμα των Χριστουγέννων του Παρόντος", του φώναξε φιλικά. "Ελα!". Ο Σκρουτζ παρατήρησε το Πνεύμα. Ηταν ντυμένο μ᾿ έναν μακρύ λευκό χιτώνα. Και πάνω στα μακριά μαύρα του μαλλιά φορούσε ένα στεφάνι από λιόπρινο». 

Στην ονειρική περιγραφή του Ντίκενς συμπυκνώνεται η αντίφαση της βικτοριανής βιομηχανικής Αγγλίας: μια έκρηξη αφθονίας μετατρέπει το Λονδίνο σε παγκόσμιο εμπορικό κέντρο, με πολυτελή και σπάνια αγαθά από όλο τον κόσμο να πλημμυρίζουν τις αγορές του, με αντάλλαγμα υφάσματα, ρούχα, εργαλεία, μηχανές, ατμόπλοια που έφευγαν προς αποικίες, προτεκτοράτα και άλλες χώρες για να στηρίξουν τη δική τους βιομηχανική ανάπτυξη. Την ίδια στιγμή, το Λονδίνο της αφθονίας ήταν και μια μητρόπολη απόλυτης φτώχειας, αθλιότητας, βρομιάς, θανατηφόρας υγιεινής για την πλειονότητα των κατοίκων του. Το Φάντασμα των Χριστουγέννων του παρόντος θυμίζει στον τσιγκούνη Σκρουτζ, που μισεί τα Χριστούγεννα ως πρόσχημα περιττής σπατάλης, ότι όλοι, ακόμη και οι φτωχότεροι των φτωχών, έχουν δικαίωμα σε ολίγη αφθονία και λιτή σπατάλη για μια-δυο γιορτινές μέρες του χρόνου. Κι επειδή αυτό δεν ήταν αυτονόητο για τους άπορους, η φιλανθρωπία, το πνεύμα της εθελοντικής προσφοράς στους στερημένους και μη έχοντες έρχεται, συμπληρώνει, αλλά ίσως και αντιπολιτεύεται τη «νομοθετημένη» από τη βασίλισσα Βικτορία φιλανθρωπία. Την οποία ο Ντίκενς ως γνωστόν επέκρινε χοντρά ως βιομηχανικό «παιδομάζωμα». 

Αλλά και το Φάντασμα των Χριστουγέννων του Παρελθόντος, αν και απόκοσμο και λιγότερο πληθωρικό, δεν ξεφεύγει από τον κανόνα της αφθονίας, έστω και ως ολιγοήμερη παρένθεση. «Ποια είναι η δουλειά σου;», το ρωτά ο Σκρουτζ. «Η ευημερία σας», απαντά το φάντασμα. 

Δικαίως έχουν κάποιοι χαρακτηρίσει τον Ντίκενς «εφευρέτη των Χριστουγέννων», με την πασίγνωστη νουβέλα του. Δεν είναι και η καλύτερή του, αλλά οπωσδήποτε είναι η εξυπνότερη, μια και έδωσε στη σκληρότητα του βιομηχανικού καπιταλισμού του 19ου αιώνα την ευκαιρία ενός στοιχειώδους εξανθρωπισμού, έστω για λίγες μέρες, ως διάλειμμα ευημερίας και λιτής αφθονίας για όλους, για τους πιο στερημένους, πένητες και ανέστιους. Το κατά Ντίκενς φορτωμένο τραπέζι, το γεμάτο πιάτο, η γαστρονομική υπερβολή των γιορτών και για τον πιο φτωχό έγιναν ό,τι και τα πέντε λεπτά δημοσιότητας που υποσχόταν και στον πιο άσημο και αφανή ο Γουόρχολ έναν αιώνα μετά. Η τεράστια αγορά των Χριστουγέννων, που στη Δύση αντιστοιχεί έως το 20% του ετήσιου τζίρου και στην Ανατολή σε ένα αντίστοιχο ποσοστό της παραγωγής, επέβαλε έναν ευρύ εκδημοκρατισμό της κατανάλωσης, χωρίς να χρειαστεί να επηρεαστεί στο ελάχιστο η τεράστια, συνεχώς διευρυνόμενη και ληστρική ανισότητα στην κατανομή του πλούτου. 

Ο κανόνας των Χριστουγέννων της αφθονίας σε αδρές γραμμές τηρήθηκε αδιάλειπτα εδώ και αιώνες, ακόμη και στις φτωχότερες περιοχές της καθ' ημάς Ανατολής και των οθωμανικών Βαλκανίων, όπου μια τεράστια ποικιλία εθίμων, γαστρονομικών επινοήσεων και απολαύσεων έδινε στα χριστιανικά Χριστούγεννα μια αυθεντική παγανιστική και ηδονιστική διάσταση. Η διαφορά είναι πως ο «εφευρέτης» των Χριστουγέννων Ντίκενς έδωσε σε αυτή τη διάσταση τον χαρακτήρα μιας παγκοσμιοποιημένης ηθικής, οικονομικής και κοινωνικής επιταγής για την πολιτική, οικονομική και επιχειρηματική ελίτ της εποχής του. 

Η παράδοση που διαμόρφωσε ο θείος Κάρολος Νο 2, με το αρχέτυπο του μεταμελημένου αποθησαυριστή Σκρουτζ, πρακτικά φτάνει ώς τις μέρες μας: με τη μορφή του επιθετικού, συναισθηματικά εκβιαστικού μάρκετινγκ με το οποίο οι κολοσσοί της εκμετάλλευσης, της κατασπατάλησης φυσικών πόρων, της καταπάτησης δημόσιων αγαθών και της απομύζησης των δημόσιων συμβάσεων, οι δεξιοτέχνες της μεγάλης φοροαποφυγής, οι μανατζαραίοι και μεγαλομέτοχοι της εκρηκτικής κερδοφορίας, των ιλιγγιωδών stock options και της ασφυκτικής ακρίβειας πλημμυρίζουν αίφνης αγάπη και στοργή για τους αναξιοπαθούντες του κόσμου. Και διαλαλούν κάθε ευρώ φιλανθρωπίας προς τους εξόριστους των Χριστουγέννων. Οσοι έχουν δώσει προσοχή στα καλοφτιαγμένα, μελιστάλακτα, ενίοτε δακρύβρεχτα διαφημιστικά μηνύματα των ημερών, μάλλον καταλαβαίνουν ότι το 12ήμερο των Χριστουγέννων είναι το μικρό διάλειμμα των καλικάντζαρων του πλούτου από το ακατάπαυστο πριόνισμα του Δέντρου της Ζωής. Και το μάρκετινγκ της φιλανθρωπίας τους, εκτός από ευπρεπές ξέπλυμα αθλιοτήτων, είναι και μια υποχρέωση να κλείσουν τους ετήσιους προϋπολογισμούς Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης και να τσεκάρουν, ως καλοί πρόσκοποι, πόσους στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης έχουν πετύχει. 

Δεν μας φταίει ο Ντίκενς, βεβαίως, για τη μετατροπή της ανθρωπιάς και της συμπόνιας σε βιομηχανία φιλανθρωπίας. 


ΥΓ.: Ο κανόνας χριστουγεννιάτικης αφθονίας, ιδίως για την ελληνική αγορά, πρέπει φέτος να δέχτηκε το ισχυρότερο πλήγμα του εδώ και δεκαετίες. Αυτό τουλάχιστον μου μεταφέρουν ο φούρναρης, ο κρεοπώλης, ο μανάβης και λοιποί συντελεστές της συνοικιακής αγοράς. 

ΚΙΜΠΙ

kibi2g@yahoo.gr, kibi-blog.blogspot.com 




ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

... Η καρδιά και η ψυχή του ήταν συγκεντρωμένες στη σκηνή και στον παλιό του εαυτό. Επιβεβαίωνε τα πάντα, θυμόταν τα πάντα, απολάμβανε τα πάντα και υπέφερε από την πιο παράξενη ταραχή. Μόνο τώρα, όταν τα λαμπερά πρόσωπα του παλιού εαυτού του και του Ντικ έφευγαν από μπροστά τους, θυμήθηκε το Φάντασμα και συνειδητοποίησε ότι τον κοιτούσε, ενώ το φως στο κεφάλι του έλαμπε πολύ καθαρά.

«Εύκολη υπόθεση», είπε το Φάντασμα, «να κάνεις αυτούς τους ανόητους ανθρώπους να πλημμυρίζουν ευγνωμοσύνη».

«Εύκολη!», επανέλαβε ο Σκρουτζ.

Το Πνεύμα του έκανε νόημα ν' ακούσει τους δύο μαθητευόμενους που άνοιγαν τις καρδιές τους επαινώντας τον Φέζιγουιγκ. Και όταν ο Σκρουτζ το έκανε, το Πνεύμα είπε: «Γιατί! Δεν είναι; Εχει ξοδέψει μόνο μερικές λίρες από τα θνητά σου χρήματα - τρεις ή τέσσερις, ίσως. Είναι τόσα πολλά ώστε να του αξίζει αυτός ο έπαινος;».

«Δεν είναι αυτό», είπε ο Σκρουτζ. Ξαναμμένος από το σχόλιο και μιλώντας ασυνείδητα σαν τον προηγούμενο -όχι τον κατοπινό- εαυτό του. «Δεν είναι αυτό, Πνεύμα. Εχει τη δύναμη να μας κάνει ευτυχισμένους ή δυστυχισμένους· να κάνει την υπηρεσία μας ελαφριά ή βαριά: μια απόλαυση ή ένα αφόρητο βάρος. Πες ότι η δύναμή του βρίσκεται στα λόγια και τα βλέμματα· σε πράγματα τόσο μικρά και ασήμαντα που είναι αδύνατο να τα προσθέσεις και να τα μετρήσεις - τι λοιπόν; Η ευτυχία που δίνει είναι τόσο μεγάλη, σαν να του κοστίζει μια περιουσία».


Τσαρλς Ντίκενς, «Ο ύμνος των Χριστουγέννων»


Saturday, December 20, 2025

Οι δεσμώτες έχουν τους πιστωτές που τους αξίζουν

Η Εφημερίδα των Συντακτών 20-21/12/2025

Νήφος - δεσμώτης στο κέντρο κάτω, Κάλλιος - πιστωτής δεξιά. Πύρρα, σύζυγος του Κάλλιου αριστερά, Πεταλία, κόρη τους, στο κέντρο πάνω (Ειρήνη Δένδη, Στέφανος Κοσμίδης, Αγγελική Μαρίνου, Δημοσθένης Ξυλαρδιστός, η ομάδα «Πτωχαλαζόνες» με σκηνοθέτη τον Κώστα Παπακωνσταντίνου). Τα ονόματα των τεσσάρων ηρώων, με μυθολογική προέλευση, είναι ένας γρίφος που πρέπει να μας λύσει η συγγραφέας  


Στη στήλη αυτή, από καταβολής της προ εικοσιπενταετίας (Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα. Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια...) έχει φιλοξενήσει τα πάντα: από παραμύθια (όχι της Χαλιμάς, δικά μου) μέχρι διαπρύσια παμφλέτα υπέρ της τεμπελιάς, από κινηματογράφο μέχρι εικαστικά, από ποίηση μέχρι φλυαρίες για τη φορολογία, την κρίση χρέους, την παγκοσμιοποίηση, την αριστερή απόγνωση. Δεν το λέω με έπαρση, αντιθέτως το γράφω για να καταδείξω το αλλοπρόσαλλον του πράγματος και κυρίως του γράφοντος, διότι, είπαμε ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ η στήλη, ίδια κι απαράλλαχτη από τότε που έσκασε μύτη μαζί με τη θυγατρική της (ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ) στις σομόν σελίδες της «Καθημερινής», κάπου στην αλλαγή αιώνα και χιλιετίας, αλλά «ελεύθερος σκοπευτής» (sniper, που λέμε και στα χωριά μας) δεν σημαίνει βάρα κι όποιον πάρει ο χάρος. 

Διότι η συμφωνία με τον εαυτό μου ήταν πως η στήλη αυτή θα ήταν κατά βάση ένα οικονομικό χρονογράφημα, με κάποιες δόσεις εύστοχου ή άστοχου χιούμορ, ολίγη αθυροστομία, άλλοτε με σαρκασμό, άλλοτε με θλίψη, συνήθως με ευθύ σχολιασμό, σπανιότερα με αλληγορικές παραμυθίες, τέσπα, ένα ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ χρονογράφημα βρε αδερφέ και αδερφή, οπότε τι δουλειά έχουν ο «Ευτυχισμένος Πρίγκιπας» του Ουάιλντ, τα «Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο» του Αντερσον, «Τα Παράσιτα» του Μπονγκ Τζουν-χο, τα «Στοχαστικά Τοπία» της Δίγκα ή «Το ημερολόγιο μιας τουρνέ» της Εφης Παπαθεοδώρου (της Θεοπούλας φυσικά!) σε μια στήλη που θα έπρεπε να ασχολείται με πληθωρισμούς, τιμές, φόρους, ανεργία, ΑΕΠ, ανάπτυξη, ύφεση, μετοχές, ομόλογα, χρηματιστήρια εμπορευμάτων, CDS και δε συμμαζεύεται; Ακόμη κι εγώ, ο ηθικός και φυσικός αυτουργός αυτού χάους, έχω την απορία, όμως, με κάποιο μαγικό τρόπο, τελικά όλα κολλάνε (κι αν όχι όλα, τα περισσότερα), κανένα από τα αντί-οικονομικά ή μη οικονομικά πονήματα δεν φαίνεται παράταιρο, το σύμπαν συνωμοτεί, όχι του Κοέλιο βέβαια, αλλά το χαοτικό σύμπαν του εγκεφάλου μου και το παζλ κουτσά στραβά βγαίνει. 

Ολη αυτή η αυτοαναφορική, σχεδόν ναρκισσιστική εισαγωγή (κανονικά θα έπρεπε να σας έχω προειδοποιήσει ότι μπορείτε να παραλείψετε την πρώτη παράγραφο) έγινε μόνο και μόνο για να δικαιολογήσω πως σήμερα θα γράψω για θέατρο. Για μια θεατρική παράσταση που είδα προ εβδομάδων («Δεσμώτης» της Νατάσας Σίδερη, από τη θεατρική ομάδα «Πτωχαλαζόνες», σκηνοθεσία Κώστα Παπακωνσταντίνου, Θέατρο «Ολβιον», κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 9 μ.μ.). Η Νατάσα είναι φίλη, οπότε αποσαφηνίζω εξ αρχής πως ό,τι γράφω εδώ έχει και ισχυρές δόσεις θετικής προκατάληψης, γιατί έχω διαβάσει κι άλλα θεατρικά της, όπως και διηγήματά της, κι εσείς μπορεί να έχετε διαβάσει εδώ, σε αυτήν την εφημερίδα κείμενά της· «Προμηθέας ο μικρομεσαίος» («Εφ.Συν.» 19/10/2025) ένα από τα τελευταία, με αφορμή το αμφιλεγόμενο γλυπτό στο Πεδίον του Αρεως. 

Κατά σύμπτωση, ο θεατρικός «Δεσμώτης» της έχει μια προφανή σχέση με τον σχολιαστικό Προμηθέα της, μόνο που ο δεσμώτης της δεν έχει κάνει κάτι ηρωικό υπέρ της ανθρωπότητας, δεν τιμωρείται για το θάρρος-θράσος του απέναντι στους θεούς, αλλά βασανίζεται για κάτι πολύ απλό: γιατί δανείστηκε. Δανείστηκε από ανθρώπους εμπιστοσύνης, φίλους του. Και οι φίλοι του εξελίσσονται σε δεσμοφύλακές του, το χρέος του σε φυλακή, έπειτα οι φίλοι-πιστωτές αλλάζουν level, που λένε και στο χωριό μου, γίνονται ιδιοκτήτες του φίλου – οφειλέτη τους κι αυτός γίνεται σκλάβος τους για να μη χάσει το σπίτι του, το μόνο πράγμα του δίνει την αίσθηση ότι είναι ελεύθερος. Το σπίτι υποτίθεται ότι σώζεται για κάποιο διάστημα, το ενδιαίτημα της υποτιθέμενης ελευθερίας γλιτώνει κάθε φορά την κατάσχεση, αλλά αυτός παραμένει δεσμώτης των φίλων του, ξεπληρώνει το χρέος σε είδος, γίνεται σκλάβος, ακριβώς όπως οι αρχαίοι Αθηναίοι και οι αρχαίοι Αιγύπτιοι γίνονταν δούλοι για να απαλλάξουν από ένα χρέος την οικογένειά τους. Αλλά ακόμη κι εκείνα τα σκληρά χρόνια, που η ανθρώπινη ζωή είχε ελάχιστη αξία, ακόμη και τότε ερχόταν μια σεισάχθεια από έναν Σόλωνα ή ένα φαραώ που σκέφτονταν το μέλλον της πόλης ή της αυτοκρατορίας τους. Γιατί, αν οι μισοί υπήκοοι έμεναν δούλοι λόγω χρεών, ποιος θα υπερασπιζόταν τα βασίλειά τους από επιβουλές, ποιος θα παρήγε με ζήλο σιτάρι ή πλίνθους για την τροφή και τη στέγη των ανθρώπων; 

Νήφος ο δεσμώτης-οφειλέτης του έργου της Νατάσας, Κάλλιος ο φίλος–δανειστής του, διόλου τυχαία είναι και δικαστής, Πύρρα η γυναίκα του δικαστή Κάλλιου, που όσο εξελίσσεται το έργο μεταλλάσσεται σε dominatrix του έρμου του Νήφου, Πεταλία η 17χρονη κόρη του ζεύγους των φίλων - δανειστών - δουλοκτητών - βασανιστών του Νήφου. 

Σπόιλερ δεν θα κάνω, αλλά το θεατρικό της Σίδερη, βραβευμένο σε διεθνή διαγωνισμό σύγχρονης ελληνικής θεατρικής γραφής (Γερμανικό Θέατρο Regensburg «MΥΤΗOS ?!» σε συνεργασία με το ΚΘΒΕ), η παράσταση των «Πτωχαλαζόνων» στο «Ολβιον» είναι μια θαυμάσια αλληγορία για την οδυνηρή ελληνική περιπέτεια χρεοκοπίας και «διάσωσης» από τους Ευρωπαίους δανειστές που μετέτρεψαν για μια ολόκληρη δεκαετία την ελληνική κοινωνία σε «χρεοδουλοπαροικία» και την ευρωζώνη σε θάλαμο βασανιστηρίων. Οι «διασώστες» ήταν εταίροι, φίλοι μας, και επινόησαν ένα σωρό παράνομα, εξωθεσμικά, απάνθρωπα, καταστροφικά τρικ για να εμφανίζονται από τη μια πλευρά αδέκαστοι λειτουργοί του ευρωπαϊκού νόμου κι από την άλλη, όταν κατέβαιναν από τη δικαστική έδρα και έμπαιναν στο «δωμάτιο ενηλίκων» (που λέει κι ο Βαρουφάκης) να επιστρατεύουν έναν σκασμό άτυπα και αθέσμιτα όργανα, το άτυπο Eurogroup, την άτυπη τρόικα, τα εκτός ευρωπαϊκής νομιμότητας μνημόνια, τις παρακάμψεις του Κοινοβουλίου, τη μετατροπή μιας ολόκληρης χώρας σε προτεκτοράτο των φίλων - πιστωτών. 

Αλλά, όπως σωστά αναδεικνύει η Σίδερη στον «Δεσμώτη» της, η ιστορία της «φιλικής χρεοκρατίας» δεν είναι τόσο μια ιστορία καταναγκασμού και αθέλητου εξανδραποδισμού, είναι περισσότερο μια ιστορία εθελοδουλείας. Κανείς στην πραγματικότητα δεν εμποδίζει τον Νήφο της να φύγει από τη φυλακή χρέους, να απελευθερωθεί («Πρέπει να απελευθερωθείς μόνος σου», του λέει η 17χρονη Πεταλία που έχει ήδη φύγει από τη γονεϊκή φυλακή), κανείς δεν εμπόδιζε και τη χώρα αυτή, την κοινωνία, την ηγεσία να πετάξει τις αλυσίδες της, πλην όμως έμεινε αυτοκαταστροφικά πιστή στη φιλική πίστωση και το επιστέγασμα της εθελοδουλείας της δεν ήταν άλλο από τα πανηγύρια της ανάδειξης του Ελληνα ΥΠΟΙΚ στην προεδρία του Eurogroup, ο δεσμώτης έγινε δεσμοφύλακας, άλλο level, ανοίξτε σαμπάνιες κι ας λήγει το φιλικό χρέος το 2070. Εγώ δεν θα ’μαι εδώ να γιορτάσω την απελευθέρωση... 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

ΚΑΛΛΙΟΣ: Ο νόμος ορίζει πως τα χρέη πρέπει να πληρώνονται. Αν εγώ, ο υπηρέτης του, αρχίσω να μην εφαρμόζω τις προσταγές του στη ζωή μου, τι παράδειγμα θα δώσω στους άλλους; 

ΝΗΦΟΣ: Ποιους άλλους; 

ΚΑΛΛΙΟΣ: Ακόμη κι ένας μάρτυρας αρκεί. Πάρε την Πεταλία, ας πούμε. Αν σου χάριζα τα χρέη σου θα ήταν σαν να της δίδασκα ότι είναι εντάξει να είναι κανείς αφερέγγυος. 

ΝΗΦΟΣ: Μα δεν θέλω να μου τα χαρίσεις. 

ΚΑΛΛΙΟΣ: Να τα βάλω σε παρένθεση. Το ίδιο κάνει. Εκπροσωπώ τη δικαιοσύνη, Νήφο. Οπου κι αν πάω, ο κόσμος με παρακολουθεί. Δεν γίνεται άλλα να λέω στους άλλους κι άλλα να κάνω εγώ.

Νατάσας Σίδερη, «Δεσμώτης»


Sunday, December 14, 2025

Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει, Κυριάκο;

 Η Εφημερίδα των Συντακτών, 13-14/12/2025


Είναι ν’ απορείς, πράγματι...


 Προσπαθώ να καταλάβω από πού πηγάζει όλη η έκρηξη χαράς και περηφάνιας για την εκλογή του Κυριάκου Πιερρακάκη στη θέση του προέδρου του Eurogroup. Δηλαδή, τι ακριβώς σήμαινε για την Ιρλανδία η πενταετής θητεία του Ντόνοχιου, που κι αυτός ήταν γελαστός, χαρωπός και φωτογενής σαν το δικό μας «θείον βρέφος». Θυμάται κανείς τον Πορτογάλο Σεντένο, που ήταν πρόεδρος πριν από τον Ντόνοχιου; Τον Γιούνκερ, που κατσικώθηκε στη θέση για ολόκληρη δεκαετία όντας παράλληλα υπουργός Οικονομικών και πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου (ε, δεν σκοτωνόταν και στη δουλειά στο υπερπλούσιο δουκάτο, το διακριτικό πλυντήριο του σκοτεινού χρήματος όλου του πλανήτη, γι’ αυτό με το που άφησε το Eurogroup καβάντζωσε την προεδρία της Κομισιόν), φυσικά και τον θυμόμαστε. Το ίδιο και τον Ντάισελμπλουμ. Είχαν τα ηνία του Eurogroup στη χειρότερη στιγμή της ευρωζώνης και στη χειρότερη δεκαετία της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ο Γιούνκερ έχτισε μια γερή υστεροφημία, κατάλληλη για απομνημονεύματα, αλλά ο Ντάισελμπλουμ, για σκεφτείτε, τι κάνει τώρα; Δήμαρχος στο Αϊντχόφεν των 200.000 κατοίκων. Δεν το λες κι επιτυχή εξαργύρωση θητείας αυτό. Βεβαίως, αν είσαι εθισμένος στην εξουσία, πάσα προσφορά δεκτή. 


Αλλά τα πανηγύρια των ιθαγενών, λες και ο Καραλής πέρασε τον Ντουμπλάντις στο επί κοντώ, ο Τεντόγλου έκανε παγκόσμιο ρεκόρ στο μήκος ή η εθνική ποδοσφαίρου έφτασε στον τελικό του παγκοσμίου κυπέλλου, δυσκολεύομαι να τα παρακολουθήσω. Ειδικά τώρα, με τους αγανακτισμένους αγρότες σε όλο το εθνικό δίκτυο, τη χώρα διασυρόμενη πανευρωπαϊκά για ένα ακόμη σκάνδαλο διασπάθισης δημοσίου -ευρωπαϊκού και εθνικού- χρήματος και την ευρωπαϊκή Εισαγγελία να έχει βρει στη διακυβέρνηση Μητσοτάκη τον καλύτερο πελάτη της στην πρώτη κιόλας θητεία της, μια ζωντανή διαφήμιση για τον νέο ευρωπαϊκό θεσμό, μια νεκροζώντανη δυσφήμιση για όλη τη χώρα. 


«Από μαύρο πρόβατο της Ε.Ε. στο τιμόνι της ευρωζώνης», γράφει περήφανος οικονομικός συντάκτης. «Τι φέρνει για την Ελλάδα η προεδρία του Eurogroup», αναρωτιέται άλλος, πιο συγκρατημένος. Τι φέρνει; Τι έφερε στην Πορτογαλία; Τι έφερε στην Ολλανδία ή στο Λουξεμβούργο; Μπορεί και τίποτα. Αν, για παράδειγμα, η ανάληψη αυτής της θέσης, που είναι περίπου κάτι σαν προεδρία σε συνέλευση συνιδιοκτητών πολυκατοικίας, συνοδευόταν από ένα bonus μείωσης του χρέους, να έλεγα «πάει στο διάολο, αξίζει τον κόπο». Αλλά, 402 δισ. ευρώ μένει το ρημάδι, με λήξη το 2070, όταν οι περισσότεροι από μας θα έχουμε αποδημήσει εις Κύριον, τα παιδιά μας θα είναι γέροντες, τα εγγόνια μας μεσήλικες. Κι από αυτά τα 402 δισ. τα 280 τα χρωστάμε σε αυτούς που την Πέμπτη εκλέξανε τον Κυριάκο Νο2 ομόφωνα. Μας κάνανε κανένα σκόντο για την αγγαρεία που ανέλαβε η κυβέρνηση και μας το φυλάνε για χριστουγεννιάτικη έκπληξη; 


Οχι, δεν παίζει καμιά έκπληξη, έριξα μια ματιά στα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ, όλα είναι στη θέση τους, το χρέος παραμένει εκεί για να φάει τον χρόνο και το χρήμα δυο ακόμη γενιών, η τιμή της εκλογής δεν είχε αντίτιμο και ο λόγος που η Ελλάδα έπαψε να είναι το «μαύρο πρόβατο» της ευρωζώνης είναι γιατί το κρατικό χρέος έπαψε να είναι το βασικό παιχνίδι των αγορών χρήματος. Γιατί δεν βρίσκουν πια μικρούς αδύναμους κρίκους, τώρα είναι οι μεγάλοι κρίκοι της ευρωαλυσίδας που κάθονται σε βουνά χρέους, στο 114% του ΑΕΠ το εκτόξευσε η Γαλλία, στο 135% η Ιταλία, ακόμη κι η Γερμανία σπάει το ταμπού κι αυξάνει τις δαπάνες της για να εξοπλιστεί σαν αστακός εναντίον εχθρών ορατών κι αοράτων. Και μ’ αυτά τα μεγέθη ισχύει το αγοραίο κλισέ too big to fail. Αν μια νέα κρίση χρέους έχει στο επίκεντρο τον σκληρό πυρήνα της ευρωζώνης, αποχαιρέτα το και το ευρώ, αποχαιρέτα την και την Ε.Ε. και την Αλεξάνδρεια που χάνεις. 


Υπάρχει, βέβαια, ένας κάποιος συμβολισμός στην εκλογή Πιερρακάκη στην ηγεσία του ουσιαστικά «αθέσμιτου» θεσμού. Δεν είναι τόσο επιβράβευση της χώρας για κάποιο επίτευγμα ή για την επιστροφή της στον λεγόμενο ενάρετο κύκλο· τέτοιοι κύκλοι δεν υπάρχουν πια στον καπιταλισμό των κρίσεων και στην παγκοσμιοποίηση των προστατευτισμών. Αλλωστε, με τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης και τη μετάβαση σε σφιχτότερη Κοινή Αγροτική Πολιτική και σε έναν «πολεμικό» ευρωπαϊκό προϋπολογισμό η αναπτυξιακή φούσκα θα εξαερωθεί βίαια και θα αποκαλυφθεί ότι δεκάδες δισεκατομμύρια ευρωπαϊκών πόρων -που είναι χρήματα των φορολογουμένων- πετάχτηκαν στα σκουπίδια, χωρίς να αφήσουν ένα στέρεο παραγωγικό υπόστρωμα. Αυτή η εκλογή είναι περισσότερο επιβράβευση του ίδιου του ιερατείου των Βρυξελλών, του διευθυντηρίου της ευρωζώνης, των δημοσιονομικών βασανιστών των χωρών της Ε.Ε. και ιδιαίτερα της Ελλάδας. Επαίρονται και αυτοσυγχαίρονται γιατί μετέτρεψαν το παρδαλό κατσίκι σε άβουλο αρνάκι, τον απείθαρχο και ανεπίδεκτο μαθητή της Ε.Ε. σε πειθήνιο κυνηγό της αριστείας, την πυρακτωμένη κι έτοιμη για όλα κοινωνία του 2015 σε ένα μπερδεμένο (χωρίς πολιτική προσδοκία και εναλλακτική) ασύντακτο «μπουλούκι» του 2025. Ο Ελληνας πρόεδρος του Eurogroup είναι η συνεκδοχή αυτού του (αν)ηθικού θριάμβου των δανειστών. 


Εχει σημασία, βέβαια, να θυμίσουμε ότι το Eurogroup δεν παίζει κάποιον ουσιώδη ρόλο πια. Ξανάγινε λέσχη ανταλλαγής ιδεών των 20 του ευρώ εντός του αποφασιστικού Ecofin, δηλαδή του Συμβουλίου της Ε.Ε. με τη σύνθεση των υπουργών Οικονομικών. Το Eurogroup παραμένει ό,τι ήταν πάντα, μια ομάδα που συνεδριάζει άτυπα, άλλωστε δεν προβλέπεται καν σε άρθρο της Συνθήκης της Λισαβόνας, «εξορίστηκε» σε ένα από τα πολλά πρωτόκολλα που την συνοδεύουν. Ωστόσο αυτό το άτυπο «αθέσμιτο» και αυθαίρετο όργανο αποδείχθηκε βολικό και χρήσιμο για να γίνει το θεσμικό πραξικόπημα εις βάρος της Ελλάδας και των άλλων χωρών που μπήκαν στον γύψο των μνημονίων. Εγινε ο φορέας καταστρατήγησης της ίδιας της Συνθήκης της Ε.Ε., του Ευρωπαϊκού Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και μιας μακράς σειράς κανονισμών και οδηγιών που προέβλεπαν τα αντίθετα από όσα επιβλήθηκαν στην ελληνική κοινωνία μέσω τριών μνημονίων: η πτωχοποίηση, η λεηλασία της δημόσιας περιουσίας, η διάλυση της (όποιας) παραγωγικής βάσης της χώρας, η αναδιανομή του εισοδήματος από τους κάτω και εντός, στους πάνω και εκτός. Η θεσμική ηγεσία της Ε.Ε. καταπάτησε κάθε έννοια ευρωπαϊκής νομιμότητας με κύριο όχημα το Eurogroup. Αλλά ποιος μπορούσε να κατηγορήσει για το έγκλημα ένα όργανο άτυπο, που δεν λογοδοτούσε πουθενά, δεν τηρούσε πρακτικά, και τελικά ανύπαρκτο; Χάρη στο Eurogroup όλοι οι άλλοι, η Κομισιόν, το Συμβούλιο, η ΕΚΤ, ο ESM, το Ευρωκοινοβούλιο, δεν λέρωσαν τα χέρια τους. 

Σ’ αυτόν τον ακαταλόγιστο ολετήρα έχουμε πια Ελληνα πρόεδρο. Αλλάζουμε level, που λένε. Ας κοιμηθούμε ήσυχοι. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

Αρθρο 1

Οι Υπουργοί των κρατών-μελών με νόμισμα το ευρώ πραγματοποιούν άτυπες συναντήσεις μεταξύ τους. Οι συναντήσεις αυτές λαμβάνουν χώρα, ανάλογα με τις ανάγκες, για να συζητούνται τα θέματα που συνδέονται με τις ιδιαίτερες ευθύνες, τις οποίες συνυπέχουν στο θέμα του ενιαίου νομίσματος. Η Επιτροπή συμμετέχει στις συναντήσεις αυτές. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα καλείται να συμμετέχει σε αυτές τις συναντήσεις, οι οποίες προετοιμάζονται από τους αντιπροσώπους των υπουργών Οικονομικών των κρατών-μελών με νόμισμα το ευρώ και της Επιτροπής.

Αρθρο 2

Οι υπουργοί των κρατών-μελών με νόμισμα το ευρώ εκλέγουν ανά δυόμισι έτη πρόεδρο, με πλειοψηφία των εν λόγω κρατών μελών.


«Σχετικά με την Ευρωομάδα», Πρωτόκολλο 14, Συνθήκη της Λισαβόνας, Δεκέμβριος 2009 




Sunday, December 7, 2025

Αυτοδημιούργητοι φτωχοί*

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 6-7/12/2025


Αντιγράφω από το δελτίο Τύπου της UBS, από τις μεγαλύτερες επενδυτικές τράπεζες του κόσμου, αγαπημένο «θησαυροφυλάκιο» των υπερπλούσιων του πλανήτη, τη συνόψιση του βασικού ευρήματος της 11ης έκθεσής της Billionaire Ambitions Report (Εκθεση για τις φιλοδοξίες των δισεκατομμυριούχων): «Το 2025, 196 αυτοδημιούργητοι δισεκατομμυριούχοι πρόσθεσαν 386,5 δισεκατομμύρια δολάρια στον παγκόσμιο πλούτο, φτάνοντάς τον σε επίπεδο ρεκόρ 15,8 τρισεκατομμυρίων δολαρίων (σ.σ. εννοεί τον πλούτο των δισεκατομμυριούχων). Πρόκειται για τη δεύτερη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση που έχει καταγραφεί στην ιστορία αυτής της έκθεσης. Συνολικά, ο αριθμός των δισεκατομμυριούχων αυξήθηκε κατά 8,8%, από 2.682 σε σχεδόν 3.000. Σε αντίθεση με την αύξηση που προκλήθηκε από τα περιουσιακά στοιχεία μετά την πανδημία, η συγκεκριμένη αυτή ανάπτυξη οφείλεται στη δημιουργία τολμηρών επιχειρήσεων και τις ρηξικέλευθες επιτυχείς δράσεις». 

Πώς ακριβώς γίνεται κανείς «αυτοδημιούργητος» δισεκατομμυριούχος; Ολοι πίσω από το χρήμα τρέχουμε, αυτό κυνηγάμε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας, τις περισσότερες ώρες της μέρας μας, το κυνηγάμε ως παραγωγοί πλούτου, το κυνηγάμε και ως καταναλωτές, ψάχνοντας το φθηνότερο προϊόν, τις εκπτώσεις, τις black Fridays, για το χρήμα που έχουν ήδη παραγάγει αλλά δεν έχουν πάρει βρίσκονται στα μπλόκα των εθνικών οδών οι αγρότες, για λίγες ρουπίες που θα τους ταΐσουν οι «ανέγγιχτοι» της Ινδίας χώνονται στους βόθρους και τις βρομερές αποχετεύσεις των μεγαλουπόλεων, καταδικασμένοι (μεταξύ άλλων) να καθαρίζουν τα σκατά των άλλων. 

Αν το κυνήγι του χρήματος μετριόταν σε εργατοώρες, σε θερμίδες που καταναλώνουμε σε σωματική και διανοητική προσπάθεια, δεν νομίζω ότι θα βρίσκαμε καμιά ιδιαίτερη διαφορά ανάμεσα στη δύναμη που έχει καταβάλει ο «αυτοδημιούργητος» δισεκατομμυριούχος και σε αυτήν που καταβάλλει ο μέσος «αυτοδημιούργητος» μισθωτός των 850 ευρώ μηνιαίως. 

Τότε, τι εξηγεί την ιλιγγιώδη ταχύτητα αύξησης του πλούτου των υπερπλούσιων και τη στασιμότητα ή μείωση του πραγματικού πλούτου όσων βρίσκονται στο κάτω μισό της πυραμίδας; 

Είναι κυριολεκτικά η ερώτηση του ενός δισεκατομμυρίου. Στην οποία οι μεν επιτυχημένοι αυτοδημιούργητοι δισεκατομμυριούχοι απαντάνε με τη μεταφυσική του θείου Σκρουτζ (της Disney), ο οποίος είχε πείσει τον εαυτό του ότι όλα τα οφείλει στην τυχερή του πενταρίτσα (σ.σ. στις δεκαετίες 1960 και 1970 κυκλοφορούσαν πεντάρες στην Ελλάδα της δραχμής, ως το μικρότερο κέρμα, με το οποίο αγοράζαμε τουλάχιστον μια τσίχλα, εξ ου και η απόδοση του σεντ σε πεντάρα). Οι δε αποτυχημένοι φτωχοί, παλαιόπτωχοι, νεόπτωχοι, μισθωτό-πτωχοι απαντάνε στην ίδια ερώτηση με μοιρολατρία, νομίζουν ότι είναι γκαντέμηδες, ή ότι αυτή είναι η τάξη των πραγμάτων, ή τέλος, το μάλλον επικρατέστερο, ότι φταίνε οι ίδιοι για τη φτώχεια τους, δεν αρκούν οι δεξιότητές τους, η ευφυΐα τους, ο ζήλος τους για δουλειά κι επιμόρφωση. Επομένως δεν τους φταίει κανείς εκτός από τον εαυτό τους, είναι κυριολεκτικά αυτοδημιούργητοι φτωχοί. 

Πόσο βολικές οι αλληλοσυμπληρούμενες πλάνες των πάνω και των κάτω!

* Ο τίτλος του πονήματος όπως δημοσιεύτηκε στην έντυπη Εφημερίδα των Συντακτών Σαββατοκύριακου ήταν "Αυτοδημιούργητοι πλούσιοι και φτωχοί". Κατόπιν ωρίμου σκέψεως νομίζω ότι το "αυτοδημιούργητοι φτωχοί" είναι καλύτερο ως εξίσου αντιφατικό και  άτοπο με το κλισέ "αυτοδημιούργητος πλούσιος". Εκτός αν εννοούμε εκείνη τη μικρή ομάδας πλουσίων γόνων που τα βρίσκουν έτοιμα από τους υπερπλούσιους γονείς τους και αφού λάμψουν για λίγο ως σελέμπριτι της μπίζνας στις λίστες forbes και στις κοσμικές στήλες των λαιφσταλάδικων μετά αποδεικνύεται πως τα έκαναν παρανάλωμα απληστίας, επίδειξης και ανικανότητας. 

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

«Σκρουτζ: Τα χρήματα είναι σαν το θαλασσινό νερό: όσο περισσότερο πίνουμε τόσο πιο πολύ διψάμε. Το ίδιο ισχύει και για τη φήμη»


Καρλ Μπαρκς, ο κομίστας δημιουργός της σειράς της Disney με την οικογένεια Duck (πάπιες) 



Saturday, November 29, 2025

Καθείς και η Ιθάκη του

Η Εφημερίδα των Συντακτών, 29-30/11/2025


Η δική μου Ιθάκη πάλι είναι δυο βήματα από Αθήνα, 20 χιλιόμετρα από το κέντρο. Βάρκιζα, για μια βουτιά μια δυο φορές τη βδομάδα. 



Μας τα ’λεγε ο Αλεξανδρινός, ο μακαρίτης Κωνσταντίνος Καβάφης, αλλά ποιος του ’δινε σημασία τότε που τον διδασκόμασταν στα σχολεία, μια κι η δική του Ιθάκη ήταν από τα λίγα του ποιήματα που περνούσαν από τα φίλτρα της ελληνοχριστιανικής αγωγής και της εκπαιδευτικής λογοκρισίας. «Ηδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν...». 

Βλέπετε, η Ιθάκη δεν είναι μόνο μία, υπάρχουν χιλιάδες Ιθάκες, εκατομμύρια Ιθάκες, ίσως δισεκατομμύρια, όσες και τα ανθρώπινα όντα του πλανήτη, τα ζώντα και τα τεθνεώτα και τα αγέννητα, καθείς και η Ιθάκη του, που μπορεί να είναι μεγάλη σαν την Αυστραλία ή μικρή σαν τους Αρκιούς, απόμακρη σαν τον Αη Στράτη ή κοντινή σαν τη Σαλαμίνα, κοσμοπολίτικη σαν τη Μύκονο ή εναλλακτική σαν τη Γαύδο. Και σε αυτή τη χώρα έχουμε κι αυτή τη γενναιοδωρία της γεωγραφίας, της μυθολογίας, της ιστορίας, έχουμε τόσα νησιά, ξερονήσια, βραχονήσια, καταπράσινα, κατάξερα, με ψηλά βουνά ή επίπεδα σαν ατόλες, γεμάτα νερά ή άλλα άνυδρα, άλλα προορισμένα να γίνουν ο μόνιμος ή προσωρινός παράδεισός μας κι άλλα δοκιμασμένα για δεκαετίες σε ό,τι πλησιέστερο στην κόλαση για τους εξόριστους ενοίκους τους. Γιατί χιλιάδες άνθρωποι που παλεύαν για την Ιθάκη όλων μας βρήκαν τελικά τις Ιθάκες τους στη Γυάρο, στον Αη Στράτη, στη Μακρόνησο, που άλλωστε χαρακτηρίστηκε Παρθενώνας της σύγχρονης Ελλάδας, τι πιο ταιριαστό για μιαν Ιθάκη...

Κι αυτή η ιδέα, αν και παρελθόν ξεχασμένο ή αποκηρυγμένο πλέον, δεν πήγε χαμένη στις μέρες μας, για τους χιλιάδες πρόσφυγες που διασχίζουν ερήμους και θάλασσες μέχρι να φτάσουν σε ένα ελληνικό νησί, που δεν είναι η Ιθάκη τους- αυτή συνήθως βρίσκεται στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στο Αμστερνταμ, αλλά είναι η πύλη, ο δίαυλος, το κανάλι για τις Ιθάκες τους, με την προϋπόθεση να μην πνιγούν, να μην επαναπροωθηθούν, να μην απελαθούν. Και σκέφτηκαν λοιπόν οι Πλεύρηδες, οι Αδώνιδες, οι Βορίδηδες «γιατί να μην κηρύξουμε Ιθάκες τους τα ξερονήσια που τους ξεβράζουν τα σαπιοκάραβα που τους φέρνουν στις θάλασσές μας, να βρουν εκεί τις Πηνελόπες και τους Τηλεμάχους τους, να σκάψουν, να φυτέψουν, να καλλιεργήσουν, να χτίσουν, να φτιάξουν τις μικρές αποικίες τους και να αφήσουν ήσυχους εμάς τους υπόλοιπους, τους γηγενείς, να παστρέψουν τις δικές τους Ιθάκες, καθαρές από ξενομερίτες και σκουρόχρωμους;». 

Βέβαια, η ιδέα του Ομήρου και του ήρωά του είναι να τη βρεις μόνος σου την Ιθάκη σου, όχι να σου την ορίσουν άλλοι ή να σε φυλακίσουν σ’ αυτήν. Και επίσης μέρος της ίδιας ιδέας είναι η αναζήτηση της Ιθάκης να κρατήσει καιρό, να σου χαρίσει το ωραίο ταξίδι, που μας λέει κι ο Καβάφης, «να εύχεσαι να είναι μακρύς ο δρόμος», άρα δεν είναι υπόθεση για βιαστικούς κι ανυπόμονους, ούτε για ουτοπιστές, αλλά μάλλον για πραγματιστές, γιατί ο προορισμός τελικά μάλλον θα σ’ απογοητεύσει, είτε θα τη βρεις την Ιθάκη φτωχική, είτε κατειλημμένη από ένα σωρό έγκαυλους μνηστήρες που πολιορκούν την Πηνελόπη -την Πηνελόπη ή το βασίλειο του Οδυσσέα που πήγαιναν πακέτο;- και τότε είναι που τα παίρνεις στο κρανίο και μετατρέπεις τον νυμφώνα σε σφαγείο, πάνε οι έρμοι οι μνηστήρες. 

Οι ειδικοί εκτιμούν ότι αυτό το περίπλοκο ομηρικό ταξίδι του νόστου κράτησε καμιά δεκαετία, που αποκαλύπτει πως ο Οδυσσέας κι οι δικοί του δεν ήταν κι οι καλύτεροι ναυτικοί του κόσμου, μιας δυο ημερών δρομολόγιο το έκαναν γύρο του κόσμου. Αλλά, επειδή καθείς και η Ιθάκη του, που μπορεί να είναι η διαδρομή από την είσοδο της πολυκατοικίας σου μέχρι τη λεκάνη της τουαλέτας σου υπό την πίεση μιας ακαταμάχητης σωματικής ανάγκης που δεν παίρνει αναβολή, ο Τζέιμς Τζόις, ως γνωστόν, στις 800 και πλέον σελίδες του «Οδυσσέα» του περιγράφει τις συναντήσεις του Λέοπολντ Μπλουμ μια μοναδική κι εντελώς συνηθισμένη μέρα στο Δουβλίνο, την 16η Ιουνίου 1904. Ο Μπλουμ δεν έχει τίποτα το ηρωικό και επικό, η Ιθάκη του είναι απλώς το συζυγικό κρεβάτι στο σπίτι του και η Πηνελόπη του είναι η σύζυγός του Μόλι, και το χάπι εντ της Ιστορίας δεν είναι μια ευτυχής οικογενειακή επανένωση μετά από χρόνια απουσίας και απόστασης, αλλά η διαπίστωση της τεράστιας απόστασης ανάμεσά τους μετά από μια μέρα απουσίας. 

Υπάρχουν, βέβαια και οι ενδιάμεσες επιλογές. Ακόμη και στην Οδύσσεια των 12.000 στίχων και βάλε, αν κι ο Ομηρος (ή οι Ομηροι) μας προδίδει από την αρχή την αίσια έκβαση της πολύχρονης περιπέτειας του Οδυσσέα, τίποτε δεν απέκλειε η περιπλάνηση να σταματούσε κάπου στη μέση του ταξιδιού: γιατί να μην επέλεγε να κατσικωθεί στο νησί της Κίρκης, μια χαρά θα πέρναγε εκεί, ας όψεται ο νόστος. Αυτό λοιπόν επέλεξε ο Ρασούλης σε κείνο το όμορφο ερωτικό τραγουδάκι του Ανδρέα Μικρούτσικου με τη Σοφία Βόσσου, «Αχ βρε Κυκλωπάκι μου/ Λες κι είσαι η Ιθάκη μου/ Ξώκειλα στην αγκαλιά σου/ Σώος κι ένας/ Κι έγινα μέσ’ στα φιλιά σου/ Ο κανένας». 

***

Δεν διάβασα το βιβλίο του Τσίπρα και δεν ξέρω πού ακριβώς τοποθετεί τη δική του Ιθάκη, αν θεωρεί πως την πλησίασε έστω και για μια στιγμή, ποιοι απ’ όσους νομίζει πως του ’βαλαν εμπόδια αντιστοιχούν στο ομηρικό καστ, ήταν η Μέρκελ η Κίρκη του, το Eurogroup οι Λαιστρυγόνες του, ποια ήταν η Σκύλλα και ποιος η Χάρυβδη, υπήρχε έστω κι ένας Τηλέμαχος, μια Πηνελόπη στον κόσμο που τον περιέβαλλε άλλοτε με στοργή, άλλοτε με θαυμασμό, άλλοτε με θυμό και απέχθεια όλα αυτά τα περίπου 17 χρόνια που βρέθηκε στο κέντρο του πολιτικού προσκηνίου ή όλοι γύρω του τελικά ήταν μνηστήρες που φθονούσαν τον θρόνο του, Σειρήνες που προσπαθούσαν να τον αποπροσανατολίσουν, Λωτοφάγοι που έκαναν ό,τι μπορούσαν για να ξεχάσει από πού ήρθε και πού πήγαινε; Δεν ξερω. 

Το σίγουρο είναι ότι κατάφερε να βάλει συνεπιβάτες στη σχεδία του εκατομμύρια ανθρώπους που πίστεψαν ότι ξέρει το δρομολόγιο για την Ιθάκη του, που την έκαναν και δική τους Ιθάκη. Αλλά η σχεδία εξόκειλε. Κι εκατομμύρια συνεπιβάτες όχι μόνο εγκατέλειψαν τη σχεδία, αλλά έχασαν τον πόθο της επιστροφής, την επιθυμία να βρουν μιαν οποιαδήποτε Ιθάκη. 

Μεγάλη ζημιά, όπως και να το κάνεις, μια κοινωνία χωρίς Νόστο, χωρίς Ιθάκη, χωρίς Ουτοπία. 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 


Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα

Υστερα απ’ το φριχτό ναυάγιο και το χαμό

Το πλοίο βουλιάζει τώρα μακριά

(Πού πήγαν οι άλλες βάρκες; ποιοι γλιτώσαν;)


Εμείς θα βρούμε κάποτε μια ξέρα

Ενα νησί ερημικό όπως στα βιβλία

Εκεί θα χτίσουμε τα σπίτια μας

Γύρω γύρω απ’ τη μεγάλη πλατεία

Και στη μέση μια εκκλησιά


Θα κρεμάσουμε μέσα τη φωτογραφία

Του καπετάνιου μας που χάθηκε —ψηλά ψηλά—

Λίγο πιο χαμηλά του δεύτερου, πιο χαμηλά του τρίτου

Θ’ αλλάξουμε τις γυναίκες μας και θα κάνουμε πολλά παιδιά

Κι ύστερα θα καλαφατίσουμε ένα μεγάλο καράβι

Καινούριο, ολοκαίνουριο και θα το ρίξουμε στη θάλασσα.


Θα ’χουμε γεράσει μα θα μας γνωρίσουνε.

Μόνο τα παιδιά μας δε θα μοιάζουνε μ’ εμάς.


Μανώλη Αναγνωστάκη, «Το ναυάγιο» (Συλλογή: Η Συνέχεια 3)